Κλαδική έρευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού για τις τραπεζικές καταθέσεις - Δημόσια διαβούλευση
Τα επιτοκιακά περιθώρια αυξήθηκαν κατά 60% μεταξύ 2021 και 2024 και μετά είχαν μικρή αποκλιμάκωση.
Ολοκληρώθηκε την Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026 η δημόσια διαβούλευση της Επιτροπή Ανταγωνισμού (ΕΑ) για την έρευνα στις τραπεζικές καταθέσεις. Η διαβούλευση βασίστηκε στην Ενδιάμεση Έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2025.
Από την προκαταρκτική έρευνα της Υπηρεσίας σε δημόσιες πηγές προκύπτουν δύο βασικές παρατηρήσεις: πρώτον, η αυξημένη διαφορά μεταξύ του μέσου επιτοκίου καταθέσεων και δανεισμού (επιτοκιακό περιθώριο) και δεύτερον, ο χαμηλός βαθμός μετακύλισης των μεταβολών των επιτοκίων της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην εγχώρια αγορά καταθέσεων σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σύμφωνα με δημόσια διαθέσιμα στοιχεία, τα επιτοκιακά περιθώρια που αφορούν τόσο τα νέα όσο και τα υφιστάμενα δάνεια και καταθέσεις στην Ελλάδα αυξήθηκαν περίπου κατά 60% σε διάστημα περίπου δυόμισι ετών, από τον Ιανουάριο του 2021 έως τον Αύγουστο του 2023. Από τον Μάιο του 2024 φαίνεται να έχει ξεκινήσει μια σταδιακή, αν και ακόμη περιορισμένης έκτασης, αποκλιμάκωση των επιτοκιακών περιθωρίων.
Παράλληλα, από τον Ιούλιο του 2022 έως τον Σεπτέμβριο του 2023 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχώρησε σε διαδοχικές αυξήσεις του επιτοκίου διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων (“deposit facility rate”), μετά από μια μακρά περίοδο μηδενικών και αρνητικών επιτοκίων. Στο διάστημα που ακολούθησε, οι αυξήσεις αυτές μεταφέρθηκαν σε κάποιο βαθμό στα επιτόκια που προσφέρουν οι ελληνικές τράπεζες στους καταθέτες, ωστόσο η μετακύλιση στην εγχώρια αγορά φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκε σε περιορισμένη κλίμακα και με καθυστέρηση, τόσο σε σχέση με άλλα κράτη-μέλη όσο και σε σχέση με την ανταπόκριση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος σε αντίστοιχη φάση αύξησης επιτοκίων στο παρελθόν.
Μέσω της κλαδικής έρευνας, η Επιτροπή Ανταγωνισμού θα διερευνήσει τις συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά των τραπεζικών καταθέσεων, προκειμένου να εντοπίσει τυχόν στρεβλώσεις και να διατυπώσει προτάσεις για την ενίσχυση του ανταγωνισμού προς όφελος των καταθετών, δηλαδή των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Με τη δημοσίευση της Ενδιάμεσης Έκθεσης, η Επιτροπή Ανταγωνισμού κάλεσε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να καταθέσουν τις θέσεις τους μέσω υπομνημάτων ή και μέσω συμμετοχής στην τηλεδιαβούλευση, ενώ η προθεσμία για την υποβολή υπομνημάτων έχει παραταθεί έως τις 31 Μαρτίου 2026.
Τέλος του έτους η τελική έκθεσης της ΕΑ
Οι θέσεις των ενδιαφερομένων μερών αποτελούν σημαντικό οδηγό για τη σύνταξη της Τελικής Έκθεσης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία αναμένεται να δημοσιευθεί στο τέλος του έτους. Στη συζήτηση, την οποία παρακολούθησαν ζωντανά εκατοντάδες ακροατές, συμμετείχαν στελέχη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, καθώς και εκπρόσωποι της αρμόδιας εποπτικής αρχής, του εγχώριου τραπεζικού κλάδου, των καταναλωτών και της πανεπιστημιακής κοινότητας. Μεταξύ αυτών ήταν ο Ιωάννης Τσικριπής, Γενικός Διευθυντής Προληπτικής Εποπτείας και Εξυγίανσης της Τράπεζα της Ελλάδος, ο Μιχάλης Ζαχαριάδης, καθηγητής στο Alliance Manchester Business School του University of Manchester, η Χριστίνα Απαλαγάκη, Acting Γενική Διευθύντρια της Ελληνική Ένωση Τραπεζών, η Παναγιώτα Καλαποθαράκου, Πρόεδρος της ΕΚΠΟΙΖΩ, και ο Νικόλαος Φίλιππας, Πρόεδρος του Ινστιτούτο Χρηματοοικονομικού Αλφαβητισμού.
Κατά τη διαβούλευση, η Επιτροπή Ανταγωνισμού παρουσίασε βασικά ευρήματα και προτάσεις της: η αύξηση των καταθέσεων αφορά κυρίως καταθέσεις υψηλής ρευστότητας και χαμηλής απόδοσης, η μετακύλιση των αυξήσεων των επιτοκίων πολιτικής της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στα επιτόκια καταθέσεων υπήρξε περιορισμένη, καθυστερημένη και άνιση, το κόστος ευκαιρίας της διακράτησης τραπεζικών καταθέσεων παραμένει υψηλό ενισχύοντας τη στροφή των καταθετών σε εναλλακτικές τοποθετήσεις, ενώ η δομή και τα χαρακτηριστικά της ελληνικής τραπεζικής αγοράς δεν ευνοούν την ανάπτυξη έντονου ανταγωνισμού στα καταθετικά επιτόκια.
Ανάγκη ενίσχυσης του ανταγωνισμού
Παράλληλα επισημάνθηκε η ανάγκη ενίσχυσης του ανταγωνισμού μέσω νέων εισόδων και επεκτάσεων, όπως της Attica Bank, της CrediaBank, των συνεταιριστικών τραπεζών και της Viva Bank, με στόχο την άσκηση πίεσης για καλύτερα επιτόκια. Επιπλέον εξετάζεται η δυνατότητα δημιουργίας κρατικών αποταμιευτικών λογαριασμών τύπου Livret A ή LEP, κατά το γαλλικό μοντέλο, με κρατικά καθοριζόμενο επιτόκιο, ως συμπληρωματικό εργαλείο χρηματοδότησης του κρατικού προϋπολογισμού και ενίσχυσης των αποδόσεων για μικροκαταθέτες, με την επιφύλαξη αξιολόγησης της δυνατότητας εφαρμογής και της δημοσιονομικής αποτελεσματικότητάς του.
Τέλος προτείνεται η ανάπτυξη γνήσιων αποταμιευτικών προϊόντων, όπως τα fidelity premium που εφαρμόζονται στο Βέλγιο, τα οποία επιβραβεύουν τη διακράτηση κεφαλαίων με προνομιακό επιτόκιο και προσφέρουν ισορροπία μεταξύ απόδοσης και ευελιξίας σε σχέση με την υφιστάμενη κατάσταση, καθώς και η αύξηση της κινητικότητας των καταθετών μέσω καλύτερης ενημέρωσης και σύγκρισης επιτοκίων, αξιοποίησης δημοσιεύσεων της Τράπεζα της Ελλάδος και ιστοσελίδων σύγκρισης, απλοποίησης και προώθησης της «αλλαγής παρόχου», πιθανής επέκτασης της διαδικασίας σε επιχειρήσεις και, μακροπρόθεσμα, διερεύνησης της φορητότητας αριθμού λογαριασμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο.